Η λογοθεραπευτική παρέμβαση σε παιδιά στο φάσμα του αυτισμού έχει παραδοσιακά εστιάσει στην ανάπτυξη επιμέρους γλωσσικών δεξιοτήτων. Ωστόσο, σύγχρονες θεωρητικές προσεγγίσεις αναδεικνύουν την ανάγκη μετατόπισης προς την κατανόηση της επικοινωνίας ως βιωματικής και σχεσιακής διαδικασίας. Το παρόν άρθρο εξετάζει τον ρόλο της μεθόδου Εντατικής Αλληλεπίδρασης ως πλαισίου που προάγει τη συν-ρύθμιση, τον συγχρονισμό και τη δημιουργία κοινής εμπειρίας, θέτοντας τις βάσεις για την ανάπτυξη της επικοινωνίας και, σε επόμενο στάδιο, του λόγου.
Στο πλαίσιο της λογοθεραπείας, η επικοινωνία συχνά προσεγγίζεται ως ένα σύνολο δεξιοτήτων που μπορούν να διδαχθούν μέσω δομημένων παρεμβάσεων. Στην περίπτωση των παιδιών με αυτισμό, ωστόσο, η προσέγγιση αυτή ενδέχεται να αποδειχθεί περιοριστική, καθώς δεν λαμβάνει υπόψη τη θεμελιώδη σημασία της σχέσης και της κοινής εμπειρίας στην ανάπτυξη της επικοινωνίας.
Η αναθεώρηση της επικοινωνίας ως εμπειρίας —και όχι αποκλειστικά ως δεξιότητας— ευθυγραμμίζεται με αναπτυξιακές θεωρίες που τονίζουν τον ρόλο της διυποκειμενικότητας στην ανθρώπινη αλληλεπίδραση (ColwynTrevarthen, 1979).
Ο αυτισμός ως διαφορά στην εμπειρία της επικοινωνίας
Ο αυτισμός δεν αφορά μόνο δυσκολίες στη γλώσσα, αλλά και διαφοροποιήσεις στη συν-ρύθμιση, στον χρονισμό της αλληλεπίδρασης και στη διαμοίραση της εμπειρίας. Η έννοια της πρωτογενούς διυποκειμενικότητας υπογραμμίζει ότι η επικοινωνία θεμελιώνεται σε πρώιμες, μη λεκτικές μορφές συναισθηματικού συγχρονισμού (ColwynTrevarthen, 1979).
Επιπλέον, η σημασία της συναισθηματικής ρύθμισης στην κοινωνική εμπλοκή έχει αναδειχθεί από τη θεωρία του πνευμονογαστρικού νεύρου (PolyvagalTheory), σύμφωνα με την οποία η αίσθηση ασφάλειας αποτελεί προϋπόθεση για την επικοινωνία (StephenPorges, 2011).
Η παγίδα της δεξιοκεντρικής προσέγγισης
Η παραδοσιακή, δεξιοκεντρική προσέγγιση εστιάζει στην εκμάθηση μεμονωμένων συμπεριφορών, όπως η παραγωγή λέξεων ή η διατήρηση οπτικής επαφής. Παρότι αυτές οι δεξιότητες είναι σημαντικές, η αποκοπή τους από το πλαίσιο της σχέσης μπορεί να οδηγήσει σε μηχανιστική χρήση χωρίς ουσιαστική επικοινωνιακή πρόθεση.
Όπως επισημαίνεται και σε αναπτυξιακά μοντέλα παρέμβασης, η επικοινωνία δεν μπορεί να θεωρηθεί ανεξάρτητη από τη συναισθηματική και διαπροσωπική της διάσταση (Prizant et al., 2006).
Η επικοινωνία ως συν-ρύθμιση
Η έννοια της συν-ρύθμισης αποτελεί θεμέλιο για την ανάπτυξη της επικοινωνίας. Η ικανότητα του παιδιού να παραμένει ρυθμισμένο σε ένα αλληλεπιδραστικό πλαίσιο προηγείται της ανάπτυξης της πρόθεσης για επικοινωνία.
Η διαδικασία αυτή περιγράφεται εκτενώς στη βιβλιογραφία της συναισθηματικής ανάπτυξης, όπου η αλληλεπίδραση με τον φροντιστή λειτουργεί ως βάση για την οργάνωση της συμπεριφοράς και της επικοινωνίας (Schore, 2003· Stern, 1985).
Η συμβολή της μεθόδου Εντατικής Αλληλεπίδρασης
Η Μέθοδος Εντατικής Αλληλεπίδρασης, όπως αναπτύχθηκε από τους DaveHewett και MelanieNind, βασίζεται στις αρχές της πρώιμης επικοινωνίας μεταξύ βρέφους και φροντιστή (Hewett&Nind, 1998; Nind&Hewett, 2001).
Η προσέγγιση αυτή:
- αξιοποιεί τη μίμηση και τον συγχρονισμό
- δίνει προτεραιότητα στην πρωτοβουλία του παιδιού
- εστιάζει στη δημιουργία κοινής εμπειρίας
Σε αντίθεση με πιο δομημένες μεθόδους, δεν στοχεύει άμεσα στην παραγωγή λόγου, αλλά στη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανάπτυξή του.
Η μίμηση ως θεμέλιο της επικοινωνίας
Η μίμηση αποτελεί βασικό μηχανισμό ανάπτυξης της διυποκειμενικότητας και της κοινωνικής κατανόησης. Μέσω της μίμησης, το παιδί βιώνει την αναγνώριση και την ανταπόκριση, στοιχεία που ενισχύουν την πρόθεση για επικοινωνία (Stern, 1985).
Η διαδικασία αυτή συμβάλλει στη δημιουργία ενός κοινού επικοινωνιακού πλαισίου, εντός του οποίου μπορεί να αναδυθεί η γλώσσα.
Από την εμπειρία στον λόγο
Η ανάπτυξη του λόγου προκύπτει ως αποτέλεσμα μιας εξελικτικής πορείας που περιλαμβάνει:
- συν-ρύθμιση
- κοινή προσοχή
- επικοινωνιακή πρόθεση
Η προσέγγιση αυτή ευθυγραμμίζεται με μοντέλα όπως το SCERTS, τα οποία δίνουν έμφαση στη συναισθηματική ρύθμιση και τη διαπροσωπική αλληλεπίδραση ως προϋποθέσεις για τη γλωσσική ανάπτυξη (Prizant et al., 2006).
Συμπεράσματα
Η μετατόπιση από μια δεξιοκεντρική σε μια σχεσιακή προσέγγιση επιτρέπει μια πιο ολοκληρωμένη κατανόηση της επικοινωνίας στον αυτισμό. Η Μέθοδος Εντατικής Αλληλεπίδρασης αναδεικνύει τη σημασία της σύνδεσης, της συν-ρύθμισης και της κοινής εμπειρίας ως θεμέλια της επικοινωνίας.
Η λογοθεραπευτική παρέμβαση, επομένως, δεν περιορίζεται στην εκμάθηση δεξιοτήτων, αλλά επεκτείνεται στη δημιουργία ενός πλαισίου μέσα στο οποίο η επικοινωνία μπορεί να αναδυθεί με νόημα.
Βιβλιογραφία
[1] Hewett, D., &Nind, M. (1998). Interaction in Action: Reflections on the Use of Intensive Interaction. DavidFulton Publishers.
[2] Nind, M., & Hewett, D. (2001). A Practical Guide to Intensive Interaction. BILD Publications.
[3] Trevarthen, C. (1979). Communication and cooperation in early infancy.
[4] Porges, S. W. (2011). The Polyvagal Theory. Norton.
[5] Prizant, B. M., Wetherby, A. M., Rubin, E., & Laurent, A. (2006). The SCERTS Model.
[6] Schore, A. N. (2003). Affect Regulation and the Repair of the Self.
[7] Stern, D. N. (1985). The Interpersonal World of the Infant.
Με εκτίμηση,
Σουλτάτου Κωνσταντίνα
Λογοθεραπεύτρια





