Γράφει ο Κοινωνικός Λειτουργός του Κ.Η. «Ικελος» Κος Διονύσης Ντόριζας

 

Η μετανάστευση από μία χώρα σε μία άλλη είναι ένα φαινόμενο το οποίο ανέκαθεν απασχολούσε σε αρκετά μεγάλο βαθμό τα κράτη και ως εκ τούτου βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται στην πρώτη θέση της ατζέντας συζητήσεων και διαπραγματεύσεων μεταξύ των χωρών. Παρατηρούμε με την πάροδο των ετών, ότι λόγω έκρυθμων και εμπόλεμων καταστάσεων πολυπληθείς ομάδες ανθρώπων αναγκάζονταν να αφήσουν πίσω την πατρίδα τους αναζητώντας καλύτερες συνθήκες διαβίωσης σε άλλες χώρες. Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον να γίνει ανάλυση των όρων μετανάστης, πρόσφυγας, αιτών άσυλο και φυσικά να γίνει ιδιαίτερη μνεία στις επιπτώσεις που έχει η μετανάστευση στην ψυχοσύνθεση των ανθρώπων που την βιώνουν αλλά και τις προκλήσεις που βιώνουν οι ίδιοι στο κομμάτι της ένταξης στη χώρα υποδοχής.

   Πρόσφυγες είναι οι άνθρωποι που βρίσκονται εκτός της χώρας προέλευσης τους εξαιτίας φόβου δίωξης σύρραξης, βίας ή άλλων καταστάσεων που έχουν διαταράξει σοβαρά τη δημόσια τάξη, και οι οποίοι συνέπεια των καταστάσεων αυτών, χρειάζονται «διεθνή προστασία». Η κατάσταση τους είναι συχνά τόσο επικίνδυνη και αφόρητη ώστε διασχίζουν εθνικά σύνορα για ν’ αναζητήσουν ασφάλεια σε γειτονικές χώρες κι έτσι αναγνωρίζονται διεθνώς ως «πρόσφυγες» με πρόσβαση σε βοήθεια από κράτη, την Ύπατη Αρμοστεία των ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) και άλλες σχετικές οργανώσεις. Αναγνωρίζονται ως πρόσφυγες επειδή ακριβώς είναι πολύ επικίνδυνο γι’ αυτούς να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και ως εκ τούτου χρειάζονται  άσυλο σε κάποια άλλη χώρα. Πρόκειται γι’ ανθρώπους για τους οποίους η άρνηση ασύλου θα έχει ενδεχομένως θανάσιμες συνέπειες.

Σύμφωνα με τον Νόμο Υπ Αριθμ. 4636/2019, ο αιτών διεθνή προστασία ή απλούστερα αιτών άσυλο, είναι το άτομο που δηλώνει προφορικώς ή εγγράφως ενώπιον οποιασδήποτε ελληνικής αρχής, στα σημεία εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια ή εντός αυτής, ότι ζητά άσυλο ή επικουρική προστασία στη χώρα μας ή με οποιονδήποτε τρόπο ζητά να μην απελαθεί σε κάποια χώρα εκ φόβου δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης ή επειδή κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη σύμφωνα με το άρθρο 15 και επί του αιτήματος του οποίου δεν έχει ληφθεί ακόμη τελεσίδικη απόφαση. Κοινώς ο οποιοσδήποτε κινδυνεύει με το ενδεχόμενο της επιστροφής του στην χώρα καταγωγής έχει το δικαίωμα να υποβάλλει αίτημα ασύλου το οποίο εξετάζεται μέσα από τη μορφή συνεντεύξεων στην Υπηρεσία Ασύλου. Αν στην πρώτη φάση το αίτημα του ατόμου απορριφθεί, κατευθείαν γίνεται προσφυγή με σκοπό να εξεταστεί εκ νέου στην Δευτεροβάθμια Επιτροπή η οποία εν τέλει θα εκδώσει και την τελική απόφαση (Αρχή Προσφυγών). Κατά τη διάρκεια της εξέτασης του αιτήματος ασύλου, ο ενδιαφερόμενος φέρει το δελτίο αιτήσαντος ασύλου στο οποίο αναγράφεται εκτός των άλλων ένας αριθμός προσωρινής ασφάλισης, ο λεγόμενος αριθμός ΠΑΥΠΑΑ (Προσωρινός Αριθμός Ασφάλισης και Υγειονομικής Περίθαλψης), με τη βοήθεια του οποίου οι αιτούντες έχουν την δυνατότητα να λαμβάνουν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη (εξέταση από ιατρό, συνταγογράφηση φαρμάκων). Πέρα από την πρόσβαση στην υγεία, με το παρόν έγγραφο δικαιούνται να εργαστούν όπως επίσης και να φοιτήσουν τα παιδιά στο σχολείο.  Εξαιρούνται τα δικαιώματα του εκλέγειν και του εκλέγεσθε δεδομένου ότι γι’ αυτά απαιτείται το άτομο να είναι Έλληνας Πολίτης.

Συνεχίζοντας την ανάλυση, αναφορικά με την έννοια μετανάστης, σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ, εννοούμε το άτομο το οποίο επιλέγει να μετακινηθεί σε άλλη χώρα, όχι επειδή υπάρχει ο κίνδυνος τους θανάτου ή άλλες απειλές και διώξεις, αλλά επειδή επιθυμεί να βελτιώσει τη ζωή του αναζητώντας καλύτερες εργασιακές συνθήκες, θέλει να επανενωθεί με την  οικογένεια του η οποία μπορεί να βρίσκεται ήδη στο εξωτερικό, ή προβαίνει στην πράξη αυτή για εκπαιδευτικούς ή και προσωπικούς λόγους. Σε αντίθεση λοιπόν με την περίπτωση των προσφύγων που κάνουμε λόγο για άτομα τα οποία κινδυνεύουν στην χώρα καταγωγής τους και άρα δεν μπορούν να επιστρέψουν, οι μετανάστες μπορούν αν το επιθυμούν να επιστρέψουν στην χώρα καταγωγής τους και να συνεχίσουν να λαμβάνουν τις υπηρεσίες της κυβέρνησης τους, όπως συνέβαινε και πριν την μετανάστευση.

Οι πρόσφυγες που στην ουσία έχουν προβεί σε εξαναγκαστική μετανάστευση λόγω πολέμου ή διώξεων λόγω δυσμενών συνθηκών στη χώρα καταγωγή τους, παρατηρείται ότι εμφανίζουν συμπτώματα του φαινομένου που ονομάζεται Post Traumatic Stress Disorder , δηλαδή Διαταραχή Μετατραυματικού Στρες. Κάνουμε λόγο λοιπόν για μία διαταραχή που μπορεί να παρουσιαστεί σε άτομα που έχουν ζήσει κάποιο τραυματικό γεγονός, όπως βιασμός, πόλεμος, φυσικές καταστροφές, βομβαρδισμοί, βασανιστήρια, δυστυχήματα και άλλα παρόμοια γεγονότα. Το άτομο ουσιαστικά που προσβάλλεται από την εν λόγω διαταραχή, αναβιώνει το τραυματικό γεγονός μέσα από επαναλαμβανόμενες αναμνήσεις του συμβάντος, ή όνειρα/εφιάλτες, ή ξαναζεί το συμβάν με παραισθήσεις. Εκτός αυτού παρουσιάζει συμπτώματα όπως διεγερσιμότητα, δυσκολία στον ύπνο, ευερεθιστότητα, εκρήξεις θυμού και γενικά συμπτώματα τα οποία δεν εμφάνιζε προ του στρεσογόνου συμβάντος. Αρκετά άτομα μπορούμε να προσθέσουμε ότι βιώνουν έντονο άγχος, κατάθλιψη και ιδιαίτερα σε περιπτώσεις ατόμων που επέζησαν από πόλεμο υπάρχουν και ενοχές κυρίως για εκείνους που δεν επέζησαν από αυτή την κατάσταση.

Οι πρόσφυγες έχοντας βιώσει κατά κύριο λόγο στρεσογόνα γεγονότα στη χώρα καταγωγής, ερχόμενοι στην Ευρώπη έρχονται αντιμέτωποι με νέα δεδομένα τα οποία και αυτά με τη σειρά τους επηρεάζουν σε αρκετά μεγάλο βαθμό την ήδη βεβαρημένη τους ψυχολογική κατάσταση. Το γεγονός ότι δεν γνωρίζουν τη γλώσσα αυτό από μόνο του αποτελεί ένα μεγάλο εμπόδιο που δυσκολεύει την ένταξη τους στην νέα πραγματικότητα.  Επιπρόσθετα η άγνοια των νόμων και εν γένει του θεσμικού πλαισίου της χώρας υποδοχής σε συνδυασμό με τον φόβο που βιώνουν οι ίδιοι για την απώλεια της πολιτισμικής τους ταυτότητας, αποτελούν τις κύριες αιτίες που ουσιαστικά δυσχεραίνουν την προσβασιμότητα τους στις υπηρεσίες, η οποία με τη σειρά της οδηγεί τους πρόσφυγες στον κοινωνικό αποκλεισμό. Επιπρόσθετα η μη εξοικείωση της πλειονότητας με την έννοια της πολυπολιτισμικότητας, παρατηρούμε ότι καταλήγει τις περισσότερες φορές σε εξωτερίκευση συμπεριφορών με ρατσιστικό υπόβαθρο, γεγονός το οποίο οδηγεί το νεοεισερχόμενο στη χώρα υποδοχής άτομο στον αποκλεισμό με όποιο αντίκτυπο έχει αυτό στην ψυχολογική του κατάσταση.

Μάλιστα, έχει αποδειχθεί πως άτομα που ήδη αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας, παρατηρείται πως λόγω όλων των παραπάνω, αυτά εντείνονται. Στον αντίποδα της παραπάνω θέσης που συνιστά τον κοινωνικό αποκλεισμό, έρχεται να προστεθεί ο όρος της κοινωνικής ένταξης σύμφωνα με τον οποίο κάνουμε λόγο για μία διαδικασία όπου το άτομο, διατηρώντας εκείνα τα στοιχεία που διαμορφώνουν την πολιτισμική του ταυτότητα, προσπαθεί να συμπεριληφθεί στον κοινωνικό ιστό, έχοντας πάντα υπόψη τις αξίες και της αρχές της κοινωνικής δικαιοσύνης. Να σημειωθεί ωστόσο ότι δεν κάνουμε λόγο για ενσωμάτωση, αλλά για ένταξη, δηλαδή είναι πολύ σημαντικό τη στιγμή που καταφθάνει ένα άτομο σε μία νέα χώρα να μην αποκόβεται συναισθηματικά από τη χώρα καταγωγής του, να διατηρεί δηλαδή εκείνα τα στοιχεία που να συνεχίσουν να τον συνδέουν με το παρελθόν του.

Λαμβάνοντας υπόψη τα προαναφερθέντα, γίνεται ιδιαίτερα αντιληπτό ότι το μεταναστευτικό ζήτημα και οι επιπτώσεις του αποτελούν αδιαμφισβήτητα πρόκληση για όσες δομές απασχολούνται σε αυτό. Παρόλα αυτά στα πλαίσια υποστήριξης των επωφελούμενων που απευθύνονται στις υπηρεσίες, όλοι όσοι απασχολούνται στον τομέα αυτό, θα ήταν ιδιαίτερα βοηθητικό να έχουν υπόψη συγκεκριμένες προτάσεις-κλειδιά τα οποία έχουν σκοπό την διαχείριση των ψυχοκοινωνικών επιπτώσεων που βιώνουν τα άτομα που εισέρχονται στη χώρα μας. Αρχικά παίζει πολύ σημαντικό ρόλο να αντιμετωπίζονται οι άνθρωποι με αξιοπρέπεια και φυσικά να τους ωθούμε στο να βασιστούν και να στηριχτούν στις δικές τους δυνάμεις, πάντοτε με έναν τρόπο υποστηρικτικό και ανθρώπινο. Συνεχίζοντας, δεδομένου ότι μιλάμε με άτομα τα οποία είναι νέα σε μία χώρα και δεν γνωρίζουν τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα υποδοχής, πρέπει να υπάρχει επαρκής ενημέρωση από πλευράς των δομών αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχουν. Επιστρέφοντας στα προηγούμενα, στον ορισμό δηλαδή του αιτούντων άσυλο, να υπενθυμιστεί ότι οι αιτούντες άσυλο έχουν δικαίωμα στην εργασία όπως επίσης και στην ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Εν συνεχεία, είναι πολύ σημαντικό να δίνεται προτεραιότητα στα παιδιά, στα παιδιά με ειδικές ανάγκες όπως επίσης και στα ασυνόδευτα ανήλικα που φθάνουν μόνα τους στη χώρα και φυσικά να παρέχεται σωστά και να τηρείται η φαρμακευτική αγωγή ιδίως για τους ψυχικά νοσούντες.  Ένα από τα πολύ σημαντικά στοιχεία που αφορούν στο μεταναστευτικό και στις ψυχοκοινωνικές παρεμβάσεις, έχει να κάνει με τη πολιτισμική συνάφεια που πρέπει να υπάρχει στον σχεδιασμό της εκάστοτε παρέμβασης και σε αυτή την κατεύθυνση διαδραματίζει σημαντικό ρόλο η  «πολιτισμική διαμεσολάβηση».

Με τον όρο πολιτισμική διαμεσολάβηση ή όπως αναφέρεται συχνότερα διερμηνεία, εννοούμε τη διαδικασία κατά την οποία ο διερμηνέας ή πολιτισμικός διαμεσολαβητής (αγγλικός όρος: intercultural mediator) καλύπτει το κενό επικοινωνίας μεταξύ του άμεσα ενδιαφερόμενου και του επαγγελματία στον οποίο και απευθύνεται ο πρώτος. Ο όρος πολιτισμικός διαμεσολαβητής φαίνεται να προτιμάται σε σχέση με τον όρο διερμηνέας καθώς με αυτό τον τρόπο δηλώνεται η έμφαση στην πολιτισμική εγγύτητα του ατόμου που παρέχει αυτή την υπηρεσία προς το άτομο που τη χρησιμοποιεί. Ο ίδιος θα πρέπει να χειρίζεται σε πολύ καλό βαθμό τη γλώσσα την οποία μεταφράζει, καθώς έχει παρατηρηθεί πολλές φορές ότι οι παρερμηνείες δημιουργούν εντάσεις και με αυτό τον τρόπο η παρέμβαση δεν έχει την έκβαση που θα έπρεπε.

Στην Ελλάδα υπάρχουν προγράμματα τα οποία έχουν συμβάλλει σημαντικά στην διαχείριση των ψυχοκοινωνικών επιπτώσεων που φέρει το προσφυγικό-μεταναστευτικό ζήτημα. Συγκεκριμένα μπορούμε να αναφέρουμε το πρόγραμμα ESTIA I & II με συντονιστή έργου την UNHCR και τη σημερινή του μορφή το ESTIA 2021 που έχει πάρει παράταση και γι’ αυτή τη χρονιά με συντονιστή το Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου. Στα πλαίσια του εν λόγω προγράμματος, μέσω μιας ολιστικής προσέγγισης, παρέχεται ψυχοκοινωνική στήριξη σε αιτούντες άσυλο και αναγνωρισμένους πρόσφυγες με πολλές και διαφορετικές ευαλωτότητες. Στο διάστημα που το άτομο επωφελείται του προγράμματος, παρέχεται πλήρη ενημέρωση από πλευράς του προσωπικού αναφορικά με τα δικαιώματα που έχει στην Ελλάδα και εκτός αυτού πλαισιώνεται με τέτοιο τρόπο με σκοπό τη μετέπειτα ένταξη του στο κοινωνικό σύνολο. Παράδειγμα τα ανήλικα τέκνα εγγράφονται με την βοήθεια των προσώπων αναφοράς στο σχολείο, οι μεγαλύτεροι παραπέμπονται για μαθήματα ελληνικών ή αγγλικών με σκοπό αρχικά να μπορούν να εξυπηρετούνται ευκολότερα από δημόσιες υπηρεσίες και αργότερα να μπορούν να εργαστούν και φυσικά διευθετούνται θέματα που αφορούν την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη. Στο πρόγραμμα έχουν απασχοληθεί πληθώρα επαγγελματιών, συγκεκριμένα Κοινωνικοί Λειτουργοί, Ψυχολόγοι και άλλοι Κοινωνικοί Επιστήμονες.

Με γνώμονα λοιπόν τα παραπάνω, στον κοινωνικό ιστό μπορεί να απευθυνθεί κανείς σε πληθώρα οργανώσεων κάθε μία από τις οποίες παρέχουν την υπηρεσία που χρειάζεται ο εκάστοτε ωφελούμενος. Μπορεί κανείς δε να αναζητήσει στο διαδίκτυο την σελίδα του ACCMR (www.accmr.gr), μια ψηφιακή πλατφόρμα άκρως βοηθητική  με σκοπό την αναζήτηση υπηρεσιών που σχετίζονται με μετανάστες και πρόσφυγες. Στη συγκεκριμένη σελίδα, υπάρχει ο χάρτης της Αθήνας, όπου «κλικάροντας» την εκάστοτε περιοχή, αμέσως εμφανίζονται οι δομές και οι υπηρεσίες που υπάρχουν εκεί. Σαφέστατα, είναι πολύ βοηθητικό μέσο και για τους επαγγελματίες που εργάζονται στο πεδίο με σκοπό την πραγματοποίηση των αντίστοιχων παραπομπών.

Ολοκληρώνοντας, λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, είναι αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι κάθε μία από τις οργανώσεις που απασχολούνται στο κομμάτι της αντιμετώπισης των ψυχοκοινωνικών επιπτώσεων του μεταναστευτικού-προσφυγικού, καταβάλλουν σημαντική προσπάθεια για την κοινωνική ένταξη των ατόμων. Παρόλα αυτά παρατηρούμε πως σε θεσμικό επίπεδο υπάρχουν πολλά εμπόδια. Ένα παράδειγμα που μπορούμε να αναφέρουμε σχετίζεται με τα camps. Συγκεκριμένα στα camps που υπάρχουν τα τελευταία χρόνια ιδίως στα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου, παρατηρείται ότι έχουν παραμείνει εγκλωβισμένοι χιλιάδες πρόσφυγες οι οποίοι επιθυμούσαν εξαρχής την μετακίνηση τους στην ενδοχώρα, κάτι το οποίο δεν συνέβαινε μέχρι πρότινος με σκοπό οι περισσότεροι να αισθάνονται φυλακισμένοι και με αυτό τον τρόπο να αναβιώνεται μία νέα στρεσογόνα κατάσταση που θυμίζει τις συνθήκες που επικρατούσαν στη χώρα καταγωγής. Επομένως, γίνεται κατανοητό πως ακόμη και τη μεγαλύτερη προσπάθεια να καταβάλλουν οι οργανώσεις, όταν υπάρχουν πολλά εμπόδια σε νομικό και θεσμικό πλαίσιο, η κατάσταση παραμένει σε μία ακινησία, κι αυτό συμβαίνει επειδή οι εκάστοτε οργανώσεις δεν μπορούν εκ φύσεως να παραβλέψουν τους κυβερνητικούς φορείς και ως εκ τούτου παρεμβαίνουν με βάση το ισχύον και υπάρχον κοινωνικό πλαίσιο. Οι αλλαγές λοιπόν προς όφελος των ανθρώπων σε θεσμικό πλαίσιο σε συνδυασμό με έναν σωστό συντονισμό των οργανώσεων θα μπορούσε να είναι ένας αποτελεσματικός τρόπος που θα βοηθήσει στην ομαλή ένταξη των προσφύγων στο κοινωνικό γίγνεσθαι.

 

Βιβλιογραφικές πηγές

– Κανδυλάκη, Α. (2008): «Η Συμβουλευτική στην Κοινωνική Εργασία, Δεξιότητες και Τεχνικές».  Αθήνα: Τόπος.

– Κανδυλάκη, Α. (2009): « Κοινωνική εργασία σε Πολυπολιτισμικό περιβάλλον». Αθήνα: Τόπος.

– Μάνος Ν. (1992): «Βασικά στοιχεία Κλινικής Ψυχιατρικής».  Θεσσαλονίκη. University Studio Press

– McLeod, J. (2005) «Εισαγωγή στη Συμβουλευτική».

– Giddens, A. (2009): «Κοινωνιολογία». Αθήνα:  Gutenberg

– ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 4636 Τεύχος A’ 169/01.11.2019, Περί Διεθνούς Προστασίας και άλλες διατάξεις

 

Χρήσιμοι διαδικτυακοί ιστότοποι

https://www.unhcr.org/

https://www.accmr.gr/el/