Αρθρογραφεί η Ψυχολόγος Κα Βυτινάρου Ευγενία

Σύμφωνα με τη γνώμη των ειδικών, τα άτομα τα οποία εκτιμούν θετικά τον εαυτό τους αντιμετωπίζουν σε γενικές γραμμές τα καθήκοντά τους και τους συνανθρώπους τους με εμπιστοσύνη, αναμένοντας ότι θα είναι αποδεκτοί και ότι θα έχουν επιτυχία. Η έλλειψη άγχους και αμηχανίας (/σύγχυσης) τους επιτρέπει να έχουν καλές επιδόσεις που φτάνουν στο αποκορύφωμα των προσωπικών τους δυνατοτήτων. Αντίθετα, η αναμονή αρνητικών γεγονότων – χαρακτηριστικό γνώρισμα των ατόμων με χαμηλή αυτοεκτίμηση – προκαθορίζει έναν αόριστο φόβο και θέτει τις βάσεις για την αποτυχία. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος όπου η χαμηλή αυτοεκτίμηση δημιουργεί χαμηλές επιδόσεις οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν πάλι σε χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Αλλά ποιοί είναι οι λόγοι για τους οποίους ένα άτομο – και ειδικότερα ένα παιδί – έχει υψηλή ή χαμηλή αυτοεκτίμηση;

Οι παράγοντες είναι διάφοροι και καθένας από αυτούς δεν είναι σημαντικός από μόνος του, αλλά ο συνδυασμός δύο ή περισσότερων προετοιμάζει ένα ευνοϊκό έδαφος για την ανάπτυξη ενός καλού επιπέδου αυτοεκτίμησης.

Οι παράγοντες είναι οι εξής:

  1. Το να νοιώσει το παιδί αποδεκτό από τους ενήλικες (γονείς – δασκάλους). Τα παιδιά που νοιώθουν ότι είναι αποδεκτά, επικοινωνούν πιο εύκολα με τους ενήλικες του περιβάλλοντός τους, απευθύνονται σ `αυτούς με εμπιστοσύνη, ανταποδίδουν τα συναισθήματα και τα χαρακτηρίζει μια ωριμότητα στις κοινωνικές τους σχέσεις. Αντίθετα, τα παιδιά που για κάποιο λόγο δεν έχουν καλές διαπροσωπικές σχέσεις φαίνονται να είναι ανώριμα κοινωνικά και πιο ασταθή στην έκφραση των συναισθημάτων τους. Είναι πιο συνηθισμένο να είναι ντροπαλό ένα παιδί που έχει ‘απόμακρους’ γονείς, παρά ένα άλλο του οποίου οι γονείς είναι στοργικοί και διαθέσιμοι.
  2. Εμπειρίες σεβασμού. Ο σεβασμός των ενηλίκων για τις εκφράσεις και τις πρωτοβουλίες του παιδιού είναι ένας παράγοντας πολύ σημαντικός για την ανάπτυξη μιας ισορροπημένης προσωπικότητας. Αντίθετα, η έλλειψη εμπιστοσύνης (η οποία εκφράζεται άλλοτε ανοιχτά, άλλοτε έμμεσα, ή ακόμα και με την υπερπροστασία) μπορεί να πείσει το παιδί ότι είναι ανίκανο /αδέξιο. Έχει αποδειχθεί ότι τα παιδιά νοιώθουν μεγαλύτερη σιγουριά και έχουν εμπιστοσύνη στις ικανότητές τους όταν οι ενήλικες καταφέρνουν να βρουν μια λογική ισορροπία μεταξύ προστατευτικότητας και ενθάρρυνσης για αυτονομία.
  3. Κανόνες συμπεριφοράς. Ο σεβασμός της αυτονομίας του παιδιού δεν είναι απαραίτητα αποσπασμένος από το γονεϊκό και κοινωνικό αίτημα για προσαρμογή σε μια σειρά κανόνων συμπεριφοράς. Τέτοιοι κανόνες συζητιούνται και εκτιμώνται από κοινού και αφορούν τις ανάγκες / απαιτήσεις του κοινωνικού συνόλου. Τα παιδιά που υιοθετούν λιγότερους κανόνες συμπεριφοράς οι οποίοι όμως είναι βασικοί, λογικοί και αποδεκτοί από την πλειοψηφία, βιώνουν μια μεγαλύτερη αίσθηση ελευθερίας από εκείνα που κινούνται σε ένα περιβάλλον με – φαινομενικά –  απόλυτη ελευθερία κινήσεων. Στην πρώτη περίπτωση τα παιδιά έρχονται πιο σπάνια σε διαμάχη με το κοινωνικό σύνολο και ακολουθώντας κάποιους βασικούς κανόνες ασφάλειας προσωπικής και των άλλων, μπορούν να κινηθούν με πλήρη αυτονομία. Στη δεύτερη περίπτωση, αντίθετα, το παιδί δυσκολεύεται να αποκωδικοποιήσει σαφείς κανόνες συμπεριφοράς, ούτε αντιλαμβάνεται τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να αμυνθεί, έτσι μπορεί πολύ πιο εύκολα να πέσει θύμα βίαιων αντιδράσεων και εμπειριών οι οποίες μπορούν να είναι επιζήμιες για την ελευθερία του.
  4. Αυτοεκτίμηση των ενηλίκων. Η εκτίμηση που ο ενήλικας/γονιός τρέφει για το άτομό του, σαν παράγοντας από μόνος του δεν είναι σημαντικός για την αυτοεκτίμηση του παιδιού του, όταν όμως υπάρχει, είναι καλό, και αυτό γιατί:  α) παρέχει στο παιδί ένα ‘μοντέλο’ με πλεονεκτήματα

β) ο γονιός έχει μικρότερη ανάγκη επιτυχιών που τις αναπληρώνει εις βάρος του παιδιού. Έχει αναφερθεί ότι μητέρες που έχουν μια χαμηλή αυτοεκτίμηση έχουν την τάση να μειώνουν τα παιδιά τους και να τα χειρίζονται σαν ένα ‘βάρος’. Όμως δεν συμβαίνει πάντα ένας γονιός που έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση να επιδρά αρνητικά στα παιδιά του. Εάν υπάρχουν άλλες συνθήκες (όπως αποδοχή, σεβασμός) το μοντέλο της ανασφάλειας που ο γονιός προσφέρει στο παιδί του μπορεί να λειτουργήσει σαν κίνητρο για το ίδιο ώστε να καταφέρει να φτάσει σε επίπεδα υψηλότερα από του γονέα.

  1. Μπορεί να συνεισφέρουν στην δημιουργία/ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης και        κάποιες αρνητικές συνθήκες οι οποίες ευνοούν στην κατανόηση των κοινωνικών σχέσεων και των δυσκολιών της ζωής και μας συνηθίζουν στην χρησιμοποίηση κατάλληλων στρατηγικών μεθόδων με σκοπό την προσωπική μας άμυνα και την πραγματοποίησή μας ως άτομα.